Ο υδροφορέας
Η φιλοσοφία του νερού
Από τη διαπίστωση της έλλειψης νερού στις επιλογές διαχείρισης. Ένα κείμενο για τις συνήθειες και τις ευθύνες μας στον κάμπο.

Αν σταματήσεις τυχαία έναν Μεσαρίτη στο δρόμο και τον ρωτήσεις ποιο θεωρεί το πιο σημαντικό πρόβλημα του τόπου του, η απάντηση θα έρθει χωρίς καθυστέρηση:
«Το νερό είναι το πρόβλημα.»
Σε μια περιοχή της Ελλάδας πρωτίστως αγροτική και δευτερευόντως τουριστική —και μάλιστα σε πολύ μικρότερο βαθμό απ’ όσο θα μπορούσε— το νερό δεν είναι απλώς φυσικός πόρος· είναι το μέτρο της ζωής. Κανείς σχεδόν δεν αμφισβητεί τη σημασία του. Εκεί που αρχίζει η σύγχυση είναι όταν ρωτήσεις ποιος φταίει.
«Κακές εποχές, ξηρασία, δεν βρέχει καθόλου, ο κάμπος έχει γεμίσει ελιές, πού να φτάξει το νερό…» θα σου πει ο πρώτος.
«Εγώ θυμούμαι εποχές!» θα προσθέσει κάποιος μεγαλύτερος, ανακαλώντας χρόνια και καιρούς που εσύ δεν έζησες και άρα «δεν σου πέφτει λόγος». Αγνοεί, βέβαια, ότι εσύ έχεις δει τα δεδομένα των βροχοπτώσεων του αιώνα — κι εκείνος όχι.
Άλλοι, πιο «φιλοσοφημένοι», θα σου πουν: «Το καταστρέψαμε το κλίμα.»
Κι αν πας τη συζήτηση πιο κοντά στη γη, αν θίξεις ανθρώπινες ευθύνες και όχι θεϊκές, τότε θα αρχίσουν τα ονόματα: δήμαρχοι, περιφερειάρχες, βουλευτές — όλοι όσοι, κατά την αντίληψη του συνομιλητή, εκλέχθηκαν για να λύνουν τα προβλήματα.
Η ίδια νοοτροπία δεν είναι καινούργια. Ήδη το 1965, στο βιβλίο Pobia: Étude géographique d’un village crétois, οι Γάλλοι γεωγράφοι που μελέτησαν την Μεσσαρά περιέγραφαν ακριβώς το ίδιο φαινόμενο:
«Οι διαδοχικές χρονιές ξηρασίας έχουν εξαντλήσει τον επιφανειακό υδροφόρο ορίζοντα και έκαναν όλο και πιο επισφαλείς τις καλλιέργειες λαχανικών που απαιτούν πολύ νερό. […]
Η κλιματική συγκυρία επιτάχυνε την αλλαγή και ενίσχυσε τη μοίρα των μικρών καλλιεργητών, οι οποίοι απέδωσαν τη φτώχεια τους στις “κακές χρονιές” και στην “αμέλεια των αρχών”.
Για αυτούς, η ανομβρία δεν ήταν αποτέλεσμα ανθρώπινου σφάλματος ή κακής διαχείρισης, αλλά μια “θεϊκή δοκιμασία”. Επικαλέστηκαν την τύχη, το θέλημα του Θεού, ή την αδιαφορία του κράτους — ποτέ όμως τη δική τους ευθύνη.»
Και τότε, όπως και τώρα, η τεχνολογία ήρθε να προσφέρει μια ψευδαίσθηση ελέγχου. Οι συγγραφείς περιγράφουν με ακρίβεια τη σκηνή της πεδιάδας:
«Παλαιότερα, το νερό αντλούνταν με ανεμόμυλους, των οποίων οι σκελετοί, τώρα διαλυμένοι και σκουριασμένοι, μαρτυρούν την παρουσία τους· σήμερα, η χρήση της μικρής αντλίας με κινητήρα είναι γενικευμένη. Η αντλία, μεταφερόμενη από το χωριό στην πλάτη του γαϊδάρου, συνδέεται με μεταλλικούς ή πλαστικούς σωλήνες· αυτοί μετακινούνται από αυλάκι σε αυλάκι, κατά μήκος των κλημάτων ή των γραμμών των λαχανικών.»
Αυτή η εικόνα συμπυκνώνει τη νοοτροπία μιας εποχής — και μιας χώρας.
«Πρέπει να υπογραμμιστεί με έμφαση ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό αυτής της χρήσης του νερού: σε αντίθεση με τις παλαιές χώρες άρδευσης, όπου το νερό είναι αντικείμενο εμπορίου, εδώ είναι η αντλία, το απαραίτητο αυτό εργαλείο, που βρίσκεται στο επίκεντρο των συναλλαγών. […] Έχουμε να κάνουμε περισσότερο με μια εμπορική και υπολογιστική νοοτροπία παρά με έναν αγροτικό δεσμό με τη γη.»
Το νερό δεν έχει πια ιερότητα· έχει τιμή. Δεν είναι πηγή ζωής· είναι εργαλείο απόδοσης. Και όπως τότε, έτσι και σήμερα, ο χωρικός θα δώσει ό,τι χρειάζεται «να βγάλει τη σοδειά του», αλλά όχι να εξασφαλίσει το αύριο.
«Η κατάσταση δεν θα διορθωθεί από μόνη της· χωρίς συνειδητή και εθελούσια παρέμβαση της Διοίκησης, τα προβλήματα θα χειροτερεύουν και η τοπική ζωή θα παρακμάζει. […] Οι αγρότες το γνωρίζουν, αλλά παραμένουν μοιρολάτρες: περιμένουν “το Κράτος να κάνει κάτι.”»
Από τότε έως σήμερα, ελάχιστα έχουν αλλάξει. Κάποιοι λένε πως «θα ’ρθει πάλι μια χρονιά καλή», άλλοι πως «το κατέστρεψαν οι πολιτικοί». Κι όμως, κανείς δεν κοιτάζει μέσα του.
Σήμερα δεν είμαστε ούτε μισό βήμα μπροστά από τη νοοτροπία του Μεσαρίτη που περιγράφουν οι Burgel και Ανδρεάδης. Κανένας δήμαρχος δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα μόνος του· χρειάζονται ενεργοί πολίτες. Πότε πήγαν οι Μεσαρίτες ενωμένοι να διαμαρτυρηθούν; Πότε απαίτησαν όλοι μαζί, χωρίς κομματικές παρωπίδες, να λυθεί το ζήτημα της λειψυδρίας;
Το θέμα δεν είναι ιδεολογικό — είναι κοινωνικό και υπαρξιακό. Μέχρι πότε θα μετρούν οι Μεσαρίτες τα χιλιοστά της βροχής για να τα στέλνουν ο ένας στον άλλο μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα; Μεχρι πότε θα μαθαίνουμε την μοίρα απο τα τοπικά πόρταλ που μας λένε αν επορισε η εκκλησία στο φράγμα της Φανερωμένης; Ο πολίτης πιστευει οτι η συμετοχή του στην πολίτική περιορίζεται στο να κλουθά σαν του παπα το σκύλο σε δημάρχους και βουλευτές στα χωριά να λένε "εβίιιιιιβα" μέχρι τις εκλογές. Μετά τα πράγματα πρέπει να γίνουν μοναχά τους. Φανταζεται το δήμαρχο να μπαίνει στην Περιφέρεια να χτυπά τη χερούκλα ντου στο τραπέζι να λέει" Απαιτώ Πλατύ ποταμό!". Ναι μπορεί. Αλλά θελει και πεντε χιλιάδες Μεσσαρίτες να στεκουν απ΄εξω. Πάνε όμως; Δεν πάνε..
Η ίδια μοιρολατρία που ταλάνιζε τον τόπο πριν από εβδομήντα χρόνια είναι ακόμα εδώ και μας λέει κάθε πρωί καλημέρα.
Αρχική δημοσίευση: Facebook · 26 Οκτωβρίου 2025 ↗
Φωτογραφίες και τεκμήρια
1 εικόνες · Επιλέξτε για μεγέθυνση.

